Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Η Αθήνα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους

                                                                      1834- 2019 Αθήνα
Πριν  185 χρόνια ...
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1834 ο Όθωνας, μετά από παρότρυνση του πατέρα του, Λουδοβίκου, ο οποίος λάτρευε την αρχαία Ελλάδα, αποφάσισε ότι νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας θα γινόταν η Αθήνα. Τον τίτλο διεκδικούσαν κι άλλες πόλεις όπως το Άργος, η Κόρινθος, ο Πειραιάς, αλλά καθώς η Αθήνα συνδεόταν περισσότερο με την αρχαιότητα, κέρδισε τη μάχη της πρωτεύουσας. Η πόλη ανακηρύχθηκε σε «Βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα» και οι κάτοικοι που δεν ξεπερνούσαν τις 7.000, γιόρτασαν το γεγονός.... (1)
Κάθε άλλο παρά έτοιμη έδειχνε η Αθήνα το 1834 για αναλάβει τον ηγεμονικό ρόλο της πρώτης πόλης του κράτους. Έχοντας χάσει προ πολλού την αίγλη της αρχαίας εποχής και με νωπά τα «σημάδια» από τις μάχες που διεξήχθησαν στο έδαφός της, η Αθήνα αποτελούσε μία μικρή κωμόπολη (ή μάλλον, ένα... μεγάλο χωριό) που αριθμούσε μόλις 10 χιλιάδες κατοίκους και περίπου 170 κατοικίες και κατεστραμμένα κτήρια. Συγκριτικά, την ίδια εποχή, ο πληθυσμός της Πάτρας ανερχόταν σε 15 χιλιάδες κατοίκους, ενώ της Θεσσαλονίκης σε 60. Η Αθήνα εκτεινόταν γύρω από την Ακρόπολη (περίπου από του Ψυρρή έως του Μακρυγιάννη), έχοντας ως κέντρο της την περιοχή της Πλάκας (την Παλιά Πόλη). Από τα μεγάλα προβλήματα της νέας πρωτεύουσας ήταν η έλλειψη συστήματος ύδρευσης (νερό έπαιρναν από τις πηγές), καθώς και η ανυπαρξία δημόσιου φωτισμού και συγκοινωνιών, ενώ υπήρχε παντελής έλλειψη υπηρεσιών ή άλλων κοινωνικών αγαθών. Ο Οθωνας ανέθεσε την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Αθήνας στον Ελληνα αρχιτέκτονα Κλεάνθη και στους Βαυαρούς Schubert και Leo von Klenze με αυστηρή εντολή να μη θιγούν οι αρχαιολογικοί χώροι. Για την προστασία των αρχαιοτήτων, ο Όθων εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε την κατασκευή ασβεστοκαμίνων σε απόσταση 2.500 μέτρων από αρχαιοελληνικά λείψανα, ώστε να μη φθαρούν οι αρχαιότητες! Μέσα σε τέσσερα χρόνια κτίσθηκαν στην Αθήνα γύρω στις 1.000 κατοικίες, πολλές αυθαίρετες και «κακώς οικοδομημένας, χθαμαλάς, πενιχράς εξωτερικής και εσωτερικής όψεως, άνευ ακρογωνιαίων λίθων, άνευ σχεδίων, συνεσφιγμένας περί στενάς, ανωμάλους και ακαθάρτους οδούς» όπως αφηγούνται οι μαρτυρίες της εποχής. Αλλά και ο βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος που ήλθε από την Βιέννη, σημείωνε: «Τα σπίτια των Αθηνών, όπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπας και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα...χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθή, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι τα τείχη των μόλις 5 δακτύλων χόντρους έχουν». Το γκρέμισμα των αυθαιρέτων Ο Όθων απαγόρευσε τη λατόμηση στους λόφους Νυμφών (Αστεροσκοπείου), Αγχέστου (Στρέφη), Φιλοπάππου και Λυκαβηττού, εξέδωσε διατάγματα με αυστηρή εντολή να κατεδαφίζεται αμέσως κάθε αυθαίρετο που κτίζεται πλησίον των αρχαιοτήτων, ενώ διέταξε να γκρεμιστούν άμεσα όσα κτίστηκαν στις παρυφές της Ακροπόλεως. Εξαιτίας των αυθαιρέτων, ο Όθων έχασε τη δημοτικότητά του στις φτωχές μάζες, αλλά επέμενε να εκδίδει και άλλα διατάγματα. Στα επόμενα χρόνια, η Αθήνα αποτέλεσε τον πόλο έλξης για τους Έλληνες, που έφταναν από όλα τα μέρη της χώρας. Μοιραία, το 1896, στην έναρξη των πρώτων, σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, η πρωτεύουσα είχε αλλάξει ριζικά την όψη της, έχει επεκταθεί χωρικά, αριθμούσε περίπου 140 χιλ. κατοίκους και αποτελούσε το εμπορικό και πνευματικό κέντρο της χώρας. (2)

                                                                 Η Αθήνα το 1935
 Το 1856, ο πληθυσμός είχε φτάσει τους 30.000 κατοίκους και το 1889 ξεπέρασε τους 107.000. Νέες συνοικίες σχηματίζονταν από τους νέους κατοίκους χωρίς σχέδια και χωρίς πρόγραμμα. Οι 125.000 από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, που κατέλυσαν σ’ αυτήν, έκαναν την κατάσταση να επιβαρυνθεί. Προστέθηκαν οι κάτοικοι των χωριών, που συνέρεαν κατά χιλιάδες, καθώς η ανάπτυξη της βιομηχανίας ζητούσε νέα χέρια, η συγκέντρωση όλων των υπηρεσιών στην πρωτεύουσα οδηγούσε την επαρχία σε μαρασμό και οι άνθρωποι αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες ζωής: εκπαίδευση, ψυχαγωγία, ανέσεις κ.λπ. Ήταν το μεγάλο ρεύμα της αστυφιλίας, όπως το ονόμασαν. Ταυτόχρονα, ο οικοδομικός οργασμός της δεκαετίας του ’60, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή έδωσε την άδεια να κτισθούν πολυώροφες πολυκατοικίες ακόμα και στους πιο στενούς δρόμους, οδήγησε στη δημιουργία της τσιμεντούπολης, όπως κατάντησε τελικά η άλλοτε όμορφη πόλη. Ένα από τα πρώτα προβλήματα ήταν το ότι στη νέα πρωτεύουσα δεν υπήρχε σύστημα ύδρευσης. Νερό έπαιρναν από τις βρύσες και τις πηγές που υπήρχαν. Στα 1834, θυμήθηκαν το αρχαίο Αδριάνειο υδραγωγείο, που λειτουργούσε ως το 1730. Το επισκεύασαν και το ξαναχρησιμοποίησαν. Εκεί, συγκεντρώνονταν τα νερά της Πεντέλης και με έναν αγωγό που ξεπερνούσε τα 17,5 χλμ. έφταναν στη Δεξαμενή, στο Λυκαβηττό. Το 1925, η εταιρεία Ούλεν ανέλαβε να λύσει οριστικά το πρόβλημα με το φράγμα της λίμνης του Μαραθώνα, που εγκαινιάστηκε το 1931. Το 1977 εγκαινιάστηκε το έργο της λίμνης Υλίκης και το 1981 το φράγμα του Μόρνου. Τον χειμώνα του 1989 - 90 ξηρασία έπληξε τη χώρα. Τα αποθέματα άρχισαν να μειώνονται και ο κίνδυνος να μείνει η πρωτεύουσα χωρίς νερό ήταν μεγάλος. Το καλοκαίρι του 1990 πέρασε με συνεχείς εκκλήσεις για οικονομία και με απαγορεύσεις. Ο επόμενος χειμώνας έφερε βροχές και απομάκρυνε το φάσμα της λειψυδρίας. Υπήρχε αρκετό νερό για το καλοκαίρι του 1991. Αλλά το πρόβλημα παρέμενε καθώς η πρωτεύουσα χρειαζόταν κατά μέσο όρο 1.000.000 κυβικά νερό κάθε μέρα. Τα έργα από τις πηγές του Αναβάλου και η άφθονη βροχή των επόμενων χρόνων απομάκρυναν το φάσμα της λειψυδρίας. Η ΕΥΔΑΠ αισιοδοξεί για το μέλλον. Στη νέα πρωτεύουσα όμως, ούτε δημόσιος φωτισμός υπήρχε. Όταν ο ήλιος βασίλευε, η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Στα σπίτια, είχαν τα λυχνάρια. Το 1835, ο δήμος έβαλε δεκαπέντε φανάρια με λάμπες λαδιού σε μερικά κεντρικά σημεία. Ως το 1850, τα φανάρια λαδιού είχαν φτάσει τα 200. Στη συνέχεια, τα αντικατέστησαν με φανάρια πετρελαίου κι από το 1862 με λάμπες φωταερίου. Οι λάμπες πετρελαίου καταργήθηκαν σταδιακά ως το 1873. Από το 1889, άρχισε ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης αλλ’ ως το 1915 ήταν ελάχιστος. Το 1926, τον ηλεκτροφωτισμό ανέλαβε η ΗΕΑΠ (Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς) που βελτίωσε τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Νέο Φάληρο και δημιούργησε τον σταθμό στο Κερατσίνι. Αργότερα, ο σταθμός στο Νέο Φάληρο καταργήθηκε και η πόλη άρχισε να παίρνει ρεύμα από το Αλιβέρι της Εύβοιας. Το 1950, δημιουργήθηκε η ΔΕΗ (Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού) κι όλες οι εταιρείες παραγωγής ρεύματος (ανάμεσά τους και η ΗΕΑΠ) απορροφήθηκαν σ’ αυτήν. (3 )


                                                                   Η Αθήνα σήμερα

Ποια θα είναι η πρωτεύουσα του αύριο;


Αστραία 
ΠΗΓΕΣ
1. Μηχανή του Χρόνου 
2. Η εφημερίδα 
3. HistoryReport.gr

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Η Κληρονομιά της Κουκουβάγιας



Η κληρονομιά είναι ευθύνη και  δωρεά μαζί.
Η μεγάλη κληρονομιά είναι μεγάλη ευθύνη και μεγάλη δωρεά.
Ποια είναι η κληρονομιά των Ελλήνων;
Ποια είναι η ευθύνη τους απέναντι στην ιστορία και στην νοήμονα ανθρωπότητα; 
«Η Κληρονομιά της Κουκουβάγιας», είναι μία σειρά του γνωστού Γάλλου κινηματογραφιστή Chris Marker,  με Ελληνικούς υπότιτλους.
Γυρίστηκε το 1989 για να ανακαλύψει τους συνδέσμους που υπάρχουν ανάμεσα στην Ελληνική αρχαιότητα και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Τις απόψεις τους εκφράζουν οι Καστοριάδης,   Αξελός, Ξενάκης, Καζάν, Μινωτής, Πλωρίτης, Αγγελόπουλος και πολλοί άλλοι Έλληνες και ξένοι στοχαστές.
Η σειρά αποτελείται από 13  επεισοδίων διάρκειας 26 λεπτών, σε κάθε ένα από τα οποία παρουσιάζεται η κληρονομιά που άφησε η  Ελλάδα στους τομείς των Μαθηματικών, της Μουσικής, της Δημοκρατίας, της Φιλοσοφίας, του Ολυμπισμού, του Λόγου.
Η σειρά χρηματοδοτήθηκε από το το Ίδρυμα Ωνάση και τη μετάφραση στα Ελληνικά έκανε η Γεωργία Γραμματικού.

                              "Δεν υπάρχει παιδεία χωρίς Ελληνική Γραμματεία" Λ. Τολστόι

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Ο Όμηρος με οδηγό ένα παιδί



Ο ποιητής Όμηρος με οδηγό ένα παιδί και το οδοιπορικό του ραβδί
στα ανηφορικά μονοπάτια της γνώσης προχωρεί.

Η καλύτερη επεξεργασμένη φωτογραφία για τον διαγωνισμό 

βασισμένη σε πίνακα του
William-Adolphe Bouguereau 
(1825-1905) - Homer and his Guide (1874)
Όλες οι  φωτογραφίες εδώ

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Η ιστορία της Ελληνικής Βουλής




Η νεότερη ιστορία του Ελληνικού Κράτους

Η Βουλή των Ελλήνων είναι το νομοθετικό σώμα της Ελλάδας. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα αποτελεί απλό νομοθετικό σώμα, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται με νόμο και πρέπει να κυμαίνεται από 200 μέχρι 300. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο συγκροτείται από 300 μέλη τα οποία εκλέγονται από το εκλογικό σώμα για περίοδο τεσσάρων ετών. Η Βουλή των Ελλήνων ασκεί νομοθετικό έργο και κοινοβουλευτικό έλεγχο. Για το σκοπό αυτό συνιστώνται επιτροπές που συγκροτούνται από Bουλευτές, ανάλογα με τη δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων και των ανεξάρτητων Bουλευτών. Οι επιτροπές επιλαμβάνονται του νομοθετικού έργου ή του κοινοβουλευτικού ελέγχου ή ειδικών θεμάτων.
 Ιστορία Κτηρίου 1836-1929
Η ιστορία του Κτηρίου Το επιβλητικό κτήριο της Βουλής των Ελλήνων έχει μακρά ιστορία που συνδέεται άμεσα με την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Αρχικά Ανάκτορα του Όθωνα και του Γεωργίου, μετατράπηκε έναν αιώνα μετά την κατασκευή του σε Κτήριο της Βουλής και της Γερουσίας. Σήμερα είναι η Βουλή των Ελλήνων, ένα διαχρονικό σύμβολο που αποτελεί μέρος της συλλογικής μνήμης. Το ίδιο το Κτήριο στο πέρασμα των χρόνων άλλαξε, προσαρμόστηκε, εκσυγχρονίστηκε.
 Από το 1836 έως το 1862
Ως τοποθεσία ανέγερσης των Ανακτόρων του Όθωνα επιλέχθηκε ο λόφος της Μπουμπουνίστρας. Θέση κομβική, σημείο κεντρικό της νέας πρωτεύουσας, ασφαλές και δροσερό, να αντικρίζει την Ακρόπολη και τις παρυφές της Αθήνας. Η πρόταση προήλθε από τον διευθυντή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και επίσημο αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής Φρίντριχ φον Γκαίρτνερ (Friedrich von Gaertner 1791-1847). Οι άλλες ιδέες και εισηγήσεις παραμερίστηκαν: του Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze) για τον Κεραμεικό, του Λούντβιχ Λάνγκε (Ludwig Lange) για τους πρόποδες του Λυκαβηττού, του Καρόλου Φρειδερίκου Σίνκελ (Karl Friedrich Schinkel) για την Ακρόπολη και των Σταμάτη Κλεάνθη και Έντουαρντ Σάουμπερτ (Eduard Schaubert) για τη συμβολή των οδών Πειραιώς και Σταδίου, την σημερινή πλατεία Ομονοίας. Στις 6 Φεβρουαρίου 1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος στο υψηλότερο ανατολικό άκρο της πόλης. Τον επόμενο μήνα στην οικοδομή δούλευαν 520 άτομα. Στρατός και τεχνίτες, Γερμανοί αρχιτέκτονες, Γερμανοί, Έλληνες και Ιταλοί μάστορες συνεργάστηκαν στην κατασκευή. Με την ευκαιρία αυτή ξαναλειτούργησαν και τα αρχαία λατομεία στην Πεντέλη. Με σεβασμό στην κληρονομιά της αρχαίας Αθήνας και εδραιώνοντας τις αρχές της αναγέννησης του αστικού κλασικισμού, ο Γκαίρτνερ σχεδίασε ένα λιτό, λειτουργικό και συμπαγές κτήριο. Είχε πρόσβαση από όλες τις πλευρές του, με τέσσερις εξωτερικές πτέρυγες που η καθεμία διέθετε τρεις ορόφους, μια μεσαία πτέρυγα με δύο πατώματα και δύο αυλές και κλιμακοστάσια που διευκόλυναν την επικοινωνία μεταξύ των ορόφων. Οι πρώτοι βασιλείς, ο Όθωνας και η Αμαλία, εγκαταστάθηκαν στην νέα τους κατοικία στις 25 Ιουλίου 1843. Στο υπόγειο στεγάζονταν οι αποθήκες. Στο ισόγειο συνυπήρχαν η Γραμματεία και το Ανακτορικό Ταμείο με τους βοηθητικούς τους χώρους, το καθολικό παρεκκλήσιο του βασιλιά, το θησαυροφυλάκιο και τα μαγειρεία. Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν η Αίθουσα του Θρόνου, η Αίθουσα Τροπαίων, η Αίθουσα των Υπασπιστών, σε γραμμική αλληλοδιαδοχή η Αίθουσα Χορού, η Αίθουσα Παιγνίων και η Τραπεζαρία και τα βασιλικά διαμερίσματα, τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους και ήταν οι πολυτελέστεροι χώροι του κτηρίου. Το δεύτερο όροφο καταλάμβαναν τα ιδιαίτερα διαμερίσματα των διαδόχων, του αυλάρχη και του προσωπικού των Ανακτόρων. Παράλληλα με τα σχέδια κατασκευής του κτηρίου, ο Γκαίρτνερ μελέτησε αναλυτικά και προχώρησε στο σχεδιασμό και της εσωτερικής διακόσμησης διαφόρων χώρων του κτηρίου. Συνολικά σώζονται 247 σχέδιά του, τα οποία φυλάσσονται στο Αρχιτεκτονικό Μουσείο του Πολυτεχνείου του Μονάχου. Τον εξαιρετικού πλούτου και τέχνης διάκοσμο των Ανακτόρων που σχεδίασε ο Γκαίρτνερ, φανερώνουν τα ελάχιστα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που διασώζονται έως σήμερα, όπως είναι το μεγαλοπρεπές μαρμάρινο κλιμακοστάσιο και οι Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών με την εικονογράφησή τους. Στις αίθουσες αυτές, που σήμερα αποτελούν την Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, διατηρείται ζωφόρος (ύψους 1.22 μ. και μήκους 78 μ.), όπου αποτυπώνονται γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και προσωπογραφίες αγωνιστών, σε σχέδια του γλύπτη Λούντβιχ Μίκαελ φον Σβαντάλερ (Ludwig Michael von Schwanthaler) και με τη συνεργασία των ζωγράφων Φίλιππου και Γεώργιου Μαργαρίτη. Ακριβώς δίπλα στο κτήριο των Ανακτόρων διαμορφώθηκε, με την προσωπική φροντίδα της Αμαλίας, ο Βασιλικός Κήπος, ο οποίος κάλυπτε την έκταση που έχει μέχρι και σήμερα. Η φύτευση του κήπου ανατέθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1840 στο Γάλλο κηποτέχνη Φρανσουά Λουί Μπαρώ (François Louis Bareaud), ο οποίος σχεδίασε το εσωτερικό δίκτυο των οδών και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων, των κτισμάτων, των υδάτινων εκτάσεων και των περίφρακτων χώρων του.
 Από το 1862 έως το 1922
Μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, τα Ανάκτορα κατοικήθηκαν από το νέο βασιλιά Γεώργιο Α’, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 1863. Ευθύς αμέσως μετά το γάμο του με την Όλγα το 1867, στο κτήριο πραγματοποιήθηκαν νέες προσθήκες και μετατροπές. Σημαντικότερη ήταν η τροποποίηση του κλιμακοστασίου της ανατολικής πτέρυγας και η δημιουργία του ορθόδοξου παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου, στο δεύτερο όροφο. Επιπλέον, η διαβίωση στα Ανάκτορα μίας πολυμελούς οικογένειας και η φιλοξενία πολυπληθών επισήμων οδήγησε σε μετατροπές χώρων και σε αλλαγές χρήσης τους. Βασική, όμως, αιτία για αλλαγές και επεμβάσεις στην αρχική κατασκευή υπήρξαν οι δύο μεγάλες πυρκαγιές των Ανακτόρων: η πρώτη, το 1884, αποτέφρωσε το δεύτερο όροφο της βορινής πτέρυγας· η δεύτερη, και μεγαλύτερη, το 1909, κατέστρεψε ολοσχερώς την κεντρική πτέρυγα και τα αντίστοιχα σε αυτήν τμήματα της ανατολικής και δυτικής πτέρυγας και ανάγκασε τη βασιλική οικογένεια να μετακινηθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου. Παρόλο που οι βασιλείς επέστρεψαν στο κτήριο το 1912, ελάχιστες από τις εγκριθείσες μελέτες επισκευών είχαν πραγματοποιηθεί, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α' και κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών. Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου του Α΄, βασιλιάς ορκίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και βασιλικό Ανάκτορο ορίστηκε η έως τότε κατοικία του, το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο). Στα Παλαιά, πλέον, Ανάκτορα παρέμειναν –κατά διαστήματα- μέλη της βασιλικής οικογένειας και η βασιλομήτωρ Όλγα έως το 1922, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα.
 Μεταβατική Περίοδος Το 1922 αποτέλεσε τομή στην ιστορία του κτηρίου. Τότε εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια, ενώ συγχρόνως οι ιστορικές συγκυρίες το οδήγησαν σε νέες χρήσεις. Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, στεγάστηκαν στο κτήριο, μαζί με δημόσιες υπηρεσίες, που εγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση για την κάλυψη των αυξανόμενων μόνιμων αναγκών της. Έτσι, στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αι. στο κτήριο βρήκαν στέγη υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, του Υπουργείου Στρατιωτικών, του Υπουργείου Υγιεινής, η Διεθνής Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Αστυνομία Πόλεων, η «Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων» (Χ.Ε.Ν.), ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών κ.ά. Λειτούργησαν, επίσης, ιατρείο βρεφών, οικοτροφείο φοιτητών, νοσοκομείο και ορφανοτροφείο της Near East Relief, καθώς και τα Εργαστήρια Μπενάκη. Τα διαμερίσματα του Γεωργίου Α΄ και το παρεκκλήσι στο ισόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Μέχρι το 1925, οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κτηρίου ήταν πρόχειρες διαρρυθμίσεις, με στόχο τη διαίρεση μεγάλων χώρων σε μικρότερους. Η μόνη νέα κατασκευή ήταν η ανέγερση το 1925 ενός μικρού κτίσματος στον περίβολο των Παλαιών Ανακτόρων, το οποίο είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως "Παλατάκι". Το 1927 εγκαινιάστηκε το «Μουσείο Ενθυμίων του Γεωργίου Α'», ως παράρτημα του Εθνικού-Ιστορικού Μουσείου, το οποίο λειτούργησε μέσα στο κτήριο έως το 1930 και από το 1936 έως το 1941. Με την απόφαση ανέγερσης του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, το 1928, άλλαξε η έως τότε πρόσοψη του κτηρίου σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο.
 Από τα Παλαιά Ανάκτορα στο Κτήριο της Βουλής των Ελλήνων
 Το Νοέμβριο του 1929 η Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, ύστερα από πολλές συζητήσεις στη Βουλή, αποφάσισε τη στέγασή της, μαζί με τη Γερουσία, στο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων. Οι εργασίες για τη μετατροπή του κτηρίου σε Μέγαρο Βουλής και Γερουσίας σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή, αποτέλεσαν τη ριζικότερη επέμβαση σε αυτό μετά την αρχική κατασκευή του: με τις στατικές επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό των περιμετρικών πτερύγων, την κατεδάφιση της κεντρικής πτέρυγας και την κατασκευή νέας για τη στέγαση των Αιθουσών συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας. Εξωτερικά, η σημαντική αλλαγή που συντελέστηκε, χωρίς, όμως, να αλλοιώνει τη μορφή και την αισθητική του, ήταν η νέα είσοδος στη βορινή πλευρά, όπου κατασκευάσθηκε ένα πρόπυλο με έξι δωρικούς κίονες με στοιχεία δανεισμένα από τα δύο άλλα πρόπυλα που κοσμούν την δυτική και την ανατολική όψη. Αλλαγές στην εσωτερική διακόσμηση και τη διαρρύθμιση έγιναν προκειμένου να ανταποκριθεί το κτήριο στη νέα του, εντελώς διαφορετική, χρήση. Στο ισόγειο διαμορφώθηκαν χώροι γραφείων του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Βουλής και στον πρώτο όροφο των υπηρεσιών της Βουλής. Στο δεύτερο όροφο διαρρυθμίστηκαν χώροι στέγασης της Βιβλιοθήκης της Βουλής και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στο ανακαινισμένο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων εγκαταστάθηκε η Γερουσία, καθώς και η Βιβλιοθήκη και το Συμβούλιο της Επικρατείας το 1934, το οποίο παρέμεινε στο κτήριο έως το 1992. Την 1η Ιουλίου 1935 η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε πανηγυρικά τις εργασίες της στη νέα αίθουσα της Ολομέλειας.
Από το 1935 έως σήμερα, στο Κτήριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων. Η Βουλή των Ελλήνων σήμερα Από το 1975 γίνονται οι απαραίτητες εργασίες για τον εκσυγχρονισμό και την τεχνολογική αναβάθμιση του κτηρίου. Σκοπός είναι η καλύτερη δυνατή λειτουργία των υπηρεσιών, με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, τα σύγχρονα εργαλεία και ο αναβαθμισμένος εξοπλισμός. Το σημαντικότερο έργο υποδομής ήταν η κατασκευή πενταώροφου υπόγειου χώρου στάθμευσης στην περίμετρο του κτηρίου, που συνέβαλε στην αποσυμφόρηση των γύρω χώρων από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και την ανάδειξη του κτηρίου. Με την αποπεράτωση του υπόγειου σταθμού πραγματοποιήθηκε σειρά εργασιών διαμόρφωσης του περιβάλλοντα χώρου, όπως η διευθέτηση της κυκλοφορίας εισόδων και εξόδων του σταθμού, η μαρμαρόστρωση και η φύτευση του περιβόλου. Από τις σημαντικότερες αισθητικές παρεμβάσεις στο εξωτερικό του κτηρίου υπήρξε η τοποθέτηση του ανδριάντα του Χαριλάου Τρικούπη και του Ελευθερίου Βενιζέλου, έργα του γλύπτη Γιάννη Παππά, στο δυτικό περίβολο του κτηρίου, ορατά από μεγάλη απόσταση. Το 2003 τοποθετήθηκε το άγαλμα της Μάνας του Χρήστου Καπράλου στον ανατολικό περίβολο. Το 2002 τοποθετήθηκε στο Περιστύλιο της Αίθουσας Συνεδριάσεων της Ολομέλειας το Μνημείο της μάχης της Πίνδου του Χρήστου Καπράλου. Η ανάγλυφη ζωφόρος, μήκους 40 μέτρων και ύψους 1,10 μέτρων, εξιστορεί σε επτά επεισόδια τα περάσματα από την Ειρήνη, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και πάλι την Ειρήνη και τη Συμφιλίωση. Έτσι δημιουργήθηκε ένας ενδιαφέρων διάλογος –σε επίπεδο εικαστικό και συμβολικό– με τη ζωγραφική ζωφόρο της Αίθουσας Ελευθερίου Βενιζέλου. Πρόσφατα, μάλιστα, ολοκληρώθηκε η συντήρηση και η αποκατάσταση της ζωγραφικής διακόσμησης αυτής της αίθουσας, καθώς και της Αίθουσας Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής, της Αίθουσας της Γερουσίας και του Εντευκτηρίου.
 Η ιστορία της Βουλής  1821-1935

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Η Ομηρική Ράβδος στην Ελληνική Βουλή


                                      Ο  μέγιστος ποιητής εισέρχεται στη Βουλή με το ραβδί του.
                                                                      Τι  άραγε θα μας πει;

Ο Όμηρος και το ραβδί του
Ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου φιλοτεχνούμενος από  παλαιούς και νέους καλλιτέχνες παρίσταται  συνήθως με  μία ράβδο και ένα παιδί να τον οδηγεί. Ο Όμηρος βλέπει τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού καθαρά. Έχει στα χέρια του  την  απολλώνεια Λύρα, όταν δεν κρατά το ραβδί και σαν τον Δημόδοκο που  αρχαίες ιστορίες δύναμης να μας εξιστορεί και την κυτταρική μνήμη ενεργοποιεί.
Σε δύσβατα μονοπάτια περπατεί και οδοιπορεί σαν Ερμής και σαν Απόλλων, λόγος και   συνείδηση μαζί.

Ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη και ως Μέντωρ και σοφός οδηγός και για τις παλαιές οδούς μας ομιλεί που τις γνωρίζει  καλά  σαν τον Οδυσσέα, τον μεγάλο του πρωταγωνιστή.
 α Οδυσσείας,  στιχ. 3  πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω


Ο Ομηρικός Λόγος φωτίζει τα σκοτεινά δωμάτια του νου και σκοτώνει τις σκιές που σε αυτά κατοικούν απελευθερωτικά.
Ενώνει τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου αρμονικά σε γέφυρες αμφίδρομης κατανόησης.
Θέτει τα ερωτήματα τα σωστά εκμαιεύοντας τις απαντήσεις σαν  Εύμαιος σωκρατικά.
Οξύνει τη σκέψη και την αντίληψη και το κυριότερο φτιάχνει σωστούς πολίτες και σωστούς  φιλοσόφους κυβερνήτες  με την Ομηρική Αγωγή, Γνώση και Αυτογνωσία αρμονική.
Ο χρυσόραπις  ποιητής  κρατά το ραβδί του Ερμή και  στων Ελλήνων τη βουλή, ευθύ λόγο εκφωνεί.
Ας τον ακούσουμε με   τα ώτα  ευρώτα,  τι έχει να μας πει για τα προβλήματα και τις λύσεις που μας απασχολούν  στη σύγχρονη  κοινωνία στη μεταομηρική εποχή.
Αυτός που ξέρει να  ακούει καλά ξέρει και καλά να ομιλεί.



                                                  Ο ποιητής  από το βήμα ομιλεί
                                                   κρατώντας, του ομηρικού  λόγου, το ραβδί



Αστραία