Τοιχογραφίες από την waterland
ομιλούντων ευφάνταστων τοίχων στην δική τους ιστορία
Γνωριμία με μια ιδιαίτερη εικαστική πρόταση...
γράφει η Χρύσα Ξουβερούδη
Ιστορικός Τέχνης
Την
περίοδο της Αναγέννησης, όταν διαμορφώνεται αισθητικά το πλαίσιο της
δυτικής τέχνης, αναδεικνύεται ιδιαίτερα η ένωση της ιδέας και της
εκτέλεσης. Ο Vasari (Ιταλός ζωγράφος και ιστορικός της τέχνης) επέμενε
πως μόνο ένα εκπαιδευόμενο χέρι μπορεί να διευθετήσει μια ιδέα που
γεννιέται στο μυαλό, ενώ και ο Alberti (Ιταλός αρχιτέκτονας της πρώιμης
Αναγέννησης) παρακινεί τους ομοτέχνους του να θεωρούν το χέρι τους
προέκταση του μυαλού τους. Τα γεννήματα του μυαλού ενσαρκώνονται στην
εικαστική επιφάνεια με την καθοδήγηση του ταλαντούχου χεριού κι αυτό
σίγουρα είναι μια επισήμανση που εγγίζει αλλά δε συλλαμβάνει στο σύνολό
της την αλήθεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Αλήθεια
πόσο εύκολο είναι να συλλάβει κανείς την εικαστική αλήθεια, να
κατανοήσει τη δημιουργία και το δημιουργό; Προσωπικά, πιστεύω πως είναι
πολύ δύσκολο, καθώς η ιδιαιτερότητα του ατόμου προσδιορίζεται κάθε φορά
από ειδικές κοινωνικές σημάνσεις. Η τέχνη γεννιέται από τον δημιουργό
αλλά θέτει τον άνθρωπο κι επομένως τον ίδιο τον καλλιτέχνη υπό
αμφισβήτηση. Ο καλλιτέχνης απαντά μέσα από το εικαστικό του έργο και
ταυτόχρονα εκφράζει αγωνιώδη ερωτήματα. Η τέχνη τον μοίρανε και
παράλληλα επιδιώκει την προβολή της στη μοίρα της κοινωνίας, στη
διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Από ατομική ανάγκη για έκφραση και
λόγο ουσίας μετατρέπεται συχνά σε εκδήλωση καλλιτεχνικής «ιδιορρυθμίας»
και μιας «μελαγχολίας» που προκύπτει από την απώλεια ενός σαφούς
κοινωνικού ρόλου, από το εγώ που οι κοινωνικές χίμαιρες δεν επιτρέπουν
να ενωθεί με το εμείς.
Ο
Θεσσαλονικιός Γιώργος Ηλιάδης παίρνει την σκυτάλη από τον ανώνυμο
καλλιτέχνη-χειρώνακτα, που από την αρχαιότητα και σε ολόκληρη την πορεία
του ανθρώπινου πολιτισμού μοχθεί να τιθασεύσει τα υλικά του, να
αποκαλύψει τις αξίες τους και να τα «υποχρεώσει» τελικά σε μια «ιερή
συνομιλία», που χωρίς τη συνδρομή της μοντέρνας τέχνης δε θα μπορούσε να
ενσαρκωθεί. Ο Matisse έλεγε: «Δούλεψα για να πλουτίσω το μυαλό μου,
ικανοποιώντας τις διάφορες περιέργειες του νου μου». Για μισό αιώνα οι
«περιέργειες» αυτές απελευθερώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν στο εικαστικό
σκηνικό μέσα από μια μεγάλη ποικιλία καλλιτεχνικών διαδρομών.
Προσεγγίζοντας
το έργο του Ηλιάδη, αναγνωρίζει κανείς έναν όρο κλισέ μα πάντα
επίκαιρο, «εραστής της τέχνης». Η αγωνία του έρωτα που γεννιέται στο
μυαλό και σε βασανίζει μερόνυχτα, προσπαθώντας να βρει διέξοδο μέσα από
σκέψεις και συναισθήματα, ο ακάματος μόχθος να ορίσεις το υλικό που θα
δώσει ζωή στα οράματά σου, η επιθυμία για το μοναδικό, την ουσία που θα
ολοκληρωθεί μέσα από την αποδοχή, όλα αποκαλύπτονται στο πρόσωπο της
ιδανικής ερωμένης. Η τέχνη που κατοικεί μέσα μας αλλά και μας περιέχει
ως γίγνεσθαι, διαμορφωμένο από κριτικούς, ιστορικούς, ιδιαίτερες
πολιτικές και κοινωνικές επιταγές, θα περιβάλλεται πάντα από ένα
μυστήριο που την καθιστά γοητευτική και βέβαια μοναδική στα χέρια κάθε
δημιουργού.
Οι
«περιέργειες» του νου για τον Γιώργο Ηλιάδη γονιμοποιούνται μέσα από τη
σουρεαλιστική λογική. Μια αντίφαση, αφού το υπερπραγματικό και συχνά
υπέρλογο αποτελεί γενεσιουργό δύναμη του κινήματος, ωστόσο η λογική,
προοπτική οργάνωση του πίνακα με τα καθαρά χρώματα και το σαφές σχέδιο
συντηρεί τη σχέση με την ακαδημαϊκή ζωγραφική. Αν και αυτοδίδακτος, ο
Ηλιάδης εργάζεται ακούραστα με καθοδηγητές Έλληνες και ξένους
δημιουργούς, για να μυηθεί σε τεχνικές και εικαστικές λύσεις που θα
μετουσιώσουν το όραμά του. Η μεταφυσική οπτική του Giorgio de Chirico
προωθείται από τον καλλιτέχνη με αξιοπρόσεκτη ένταση. Τα ανδρείκελα στο
έργο του Έλληνα δημιουργού εκστασιάζονται, διεκδικούν τη ζωή στο δικό
τους κόσμο και υποβάλλοντας τη φωνή της συνείδησής μας, ενδύονται την
ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.