Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Κορυθαίολος Δημοκρατία


Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα, τοιχογραφία στο Maximmileaneum Palace Μονάχου, του Philipp von Foltz (1860)

Κορυθαίολος Περικλής σε λόγους θουκυδίδιας ιστορικής   καταγραφής

Ανδρών γαρ επιφανών πάσα γη τάφος, και ου στηλών μόνον εν τη  οικεία σημαίνει επιγραφή, αλλά και εν τη  μη προσηκούση άγραφος μνήμη παρ’ εκάστω της γνώμης μάλλον ή του έργου ενδιαιτάται.
Διότι τάφος των επιφανών ανδρών είναι κάθε τόπος, και δε σώζεται το όνομά τους μόνο σε επιγραφές στην πατρίδα τους, αλλά διατηρείται η ανάμνησή τους και στις ξένες χώρες, πιο πολύ στη μνήμη και στις καρδιές των ανθρώπων παρά στα γραπτά μνημεία και στους τάφους.)
“Οι περισσότεροι από όσους ως τώρα έχουν μιλήσει από το βήμα αυτό συνηθίζουν να επαινούν εκείνον, ο οποίος στον νόμο που διέπει την ταφή των νεκρών πρόσθεσε την διάταξη αυτή περί επιταφίου λόγου, γιατί θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να απονέμεται μια τέτοια τιμή στους νεκρούς των πολέμων κατά τον ενταφιασμό τους. Σε μένα εν τούτοις θα φαινόταν ότι είναι προτιμότερο, οι τιμές που απονέμονται σε άνδρες, οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι με τα έργα τους, να εκδηλώνονται και αυτές με έργα μόνο, όπως είναι π.χ. αυτές, τις οποίες τώρα βλέπετε γύρω από τον ενταφιασμό τους, που έγινε δημοσία δαπάνη, και όχι να εξαρτώνται οι αρετές των πολλών από την ικανότητα ή την ανικανότητα ενός ανθρώπου, να κανονίζεται δηλαδή η περί αυτών εκτίμηση των ακροατών από την ευφράδεια ή μη ευφράδεια του ρήτορα.
Γιατί είναι δύσκολο πράγμα να μιλήσει κανείς αντικειμενικά (χωρίς δηλαδή να πει ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα από ό,τι πρέπει) για κάποιο θέμα, για το οποίο είναι δύσκολο να εξακριβωθεί και αυτή ακόμα η απλή ιδέα, ότι τα λεγόμενα από τον ρήτορα είναι αληθινά. Γιατί ο ακροατής, ο οποίος γνωρίζει τα πράγματα και είναι ευνοϊκά διατεθειμένος προς αυτούς που τα έπραξαν, θα σχημάτιζε ίσως την ιδέα, ότι αυτά εκτέθηκαν κάπως κατώτερα από ό,τι αυτός γνωρίζει και επιθυμεί, ενώ αντίθετα, όποιος τα αγνοεί, θα σκεπτόταν ότι μερικά εκτέθηκαν αρκετά μεγαλοποιημένα, και αυτό από φθόνο, τον οποίο δοκιμάζει ο άνθρωπος, όταν ακούει κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δικές του φυσικές δυνάμεις. Γιατί οι άνθρωποι ανέχονται τους επαίνους που λέγονται για άλλους μόνο εφόσον κάθε ακροατής έχει τη γνώμη, ότι και αυτός είναι ικανός να πράξει κάτι από αυτά που ακούει. Ενώ για κάθε τι, το οποίο είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του, αισθάνεται δια μιας φθόνο και δυσπιστία. Εφόσον όμως οι πρόγονοί μας έκριναν ότι με αυτόν τον τρόπο πρέπει να γίνονται τα πράγματα αυτά, πρέπει κι εγώ να ακολουθήσω το έθιμο αυτό και να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία και την γνώμη του καθενός σας όσο μπορέσω περισσότερο.
Θα μιλήσω πρώτα πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, κατά την οποία θρηνούμε και εγκωμιάζουμε τους νεκρούς μας, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί δεν υπήρξαν ούτε μια στιγμή, κατά την οποία να έπαυσαν να κατοικούν την χώρα αυτή, και χάρις στην ανδρεία τους διαφύλατταν την ελευθερία της από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας και μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. Γιατί επί πλέον εκείνων, τα οποία κληρονόμησαν, απέκτησαν με πολλούς κόπους και κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς όλη αυτή την επικράτεια που κατέχουμε σήμερα. Το δε έργο της περαιτέρω βελτίωσης, το επιτελέσαμε εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, και εμείς εφοδιάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλεμο και για ειρήνη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα μεν αναφέρονται σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν την ενεργητικότητα, με την οποία αποκρούσαμε, είτε εμείς οι σημερινοί είτε οι πρόγονοί μας, τους εκάστοτε επελθόντες εναντίον μας Βαρβάρους ή Έλληνες, όλα αυτά, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν.
Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι. Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων, έναντι δε των νόμων είναι όλοι ίσοι στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα ανάλογα με την επίδοση την οποία σημειώνει σε αυτά, δηλαδή η δημόσιά του σταδιοδρομία εξαρτάται μάλλον από την ατομική του αξία και όχι από την κοινωνική τάξη, από την οποία προέρχεται, ούτε πάλι ένας, ο οποίος είναι μεν φτωχός έχει όμως την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. Ζούμε δε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, και σαν πολίτες στον δημόσιο βίο και σαν άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει ό,τι του αρέσει, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή, σαν πολίτες, από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε δε στους εκάστοτε κατέχοντες τα δημόσια αξιώματα και στους νόμους, προ περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για υποστήριξη των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή στους παραβάτες. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πλείστους όσους τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με εορταστικούς αγώνες και θυσίες, τις οποίες έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η δε ευχαρίστηση την οποία καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Λόγω δε του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα προϊόντα της Αττικής (σαν να είναι δηλαδή δικά μας).
Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας π.χ. την παρέχουμε ανοιχτή σε όλον τον κόσμο, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε ακρόαμα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δεί κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, και αυτό γιατί έχουμε εμπιστοσύνη όχι τόσο στις πολεμικές προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας όσον αφορά τα έργα. Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ακόμα ηλικία σε συνεχή και επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους, τους οποίους αντιμετωπίζουν και αυτοί. Και να η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά της χώρας μας με όλους τους τους συμμάχους και ποτέ μόνοι, εμείς επερχόμαστε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς καμία δυσκολία τους αντιπάλους μας, μολονότι εκείνοι μεν μάχονται υπέρ βωμών και εστιών, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος. Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί αφ’ ενός καταβάλλουμε πολλές φροντίδες ταυτόχρονα και για το ναυτικό μας, και αφ’ ετέρου κατατέμνουμε τις δυνάμεις μας του πεζικού και τις στέλνουμε σε πολλά σημεία της επικράτειάς μας. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι αντίπαλοί μας, τότε, αν μεν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν δεν νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, μάλλον με μια αφροντισία και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία, η οποία οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν καταπονούμεθα προκαταβολικά για δεινά, τα οποία ανήκουν ακόμα στο μέλλον, και ότι, όταν φθάσει η ώρα των δεινών αυτών, αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν αδιάκοπα. Δεν είναι δε σε αυτά μόνο αξιοθαύμαστη η πόλη μας αλλά και σε πολλά ακόμη.
Γιατί είμαστε λάτρεις του ωραίου, όμως χωρίς σπατάλη χρήματος, και καλλιεργούμε το πνεύμα χωρίς να χάνουμε την ανδρεία μας. Και μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία δράσης παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο το να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία. Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς όλοι είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και όσοι από εμάς είναι απασχολημένοι με ιδιωτικές επιχειρήσεις και αυτοί ακόμα κατέχουν τα πολιτικά ζητήματα στην εντέλεια. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που τον μη αναμειγνυόμενο καθόλου στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που όποτε δεν τα επινοούμε και δεν τα προτείνουμε οι ίδιοι πάντως έχουμε τη δύναμη να κρίνουμε σωστά τα λαμβανόμενα μέτρα, τους δε λόγους δεν τους θεωρούμε καθόλου εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε σαν εμπόδιο το να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό ακόμη, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε και εμείς οι ίδιοι τα επιχειρούμε. Ενώ ως προς αυτό οι άλλοι… σε αυτούς η μεν αμάθεια τους κάνει να αποφασίζουν η δε σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο τολμηροί όμως από όλους είναι σωστό να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες είναι οι συμφορές και ποια τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της καλωσύνης διαφέρουμε από την πλειονότητα των ανθρώπων. Γιατί εμείς τους φίλους τους αποκτάμε μάλλον ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι ο ευεργετών τον άλλον, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ανάμνηση της ευεργεσίας με το να φέρεται πάντοτε καλά προς τον ευεργετούμενο. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι ψυχρότερος στις σχέσεις του, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλωσύνη σαν πληρωμή χρέους και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου. Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς την ελάχιστη ανησυχία, και αυτό μάλλον από την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ελευθερία παρά από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν τα παραπάνω τονίζω, ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, κατά τη γνώμη μου, ο καθένας από εμάς έχει την ικανότητα να προσαρμοστεί προς τις πλέον διαφορετικές μορφές δράσεως με την μεγαλύτερη ευστροφία και χάρη. Και ότι αυτά είναι μάλλον η πραγματική αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει αυτή η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τις ικανότητές μας αυτές. Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό, που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους υπηκόους της δίνει αφορμή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους να έχουν την εξουσία. Η δύναμή μας δε αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς αποδείξεις, αλλά υπάρχουν μεγαλοπρεπή μνημεία αυτής, για τα οποία μας θαυμάζουν» οι σύγχρονοί μας και θα μας θαυμάζουν και οι μελλοντικές γενιές, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τους επαίνους ούτε του Ομήρου ούτε κανενός άλλου, του οποίου οι στίχοι είναι δυνατόν να ευχαριστήσουν προς στιγμήν, θα έλθει όμως η πραγματικότητα, η οποία θα αποκαλύψει ψεύτικη την ιδέα που σχηματίστηκε για τα πράγματα, αλλά γιατί ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά την εξαναγκάσαμε να γίνει προσιτή στην τόλμη μας, ιδρύσαμε δε παντού αιώνια μνημεία και της φιλίας μας και της έχθρας μας. Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλης και αυτοί εδώ λοιπόν πολέμησαν γενναία και βρήκαν τον θάνατο, γιατί δεν μπορούσαν να ανεχθούν την στέρησή της, και από εμάς τους απομένοντες στην ζωή ο καθένας πρέπει να έχει την προθυμία να μοχθήσει γι’ αυτήν.
Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός μεν δηλαδή γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, για τον οποίο αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις, ότι είναι δίκαιο το εγκώμιο των ανδρών αυτών, για τους οποίους μιλάω τώρα. Και έχω ήδη αναφέρει τα κυριότερα σημεία τούτου του εγκωμίου. Γιατί όσα είπα για την πόλη για να την εξυμνήσω, είναι στολίδια, με τα οποία την στόλισαν οι αρετές αυτών εδώ και άλλων ομοίων με αυτούς, και πολύ λίγοι Έλληνες υπάρχουν, για τους οποίους μπορεί να λεχθεί, ό,τι μπορεί να λεχθεί γι’ αυτούς εδώ, ότι δηλαδή φήμη τους ισοσταθμίζει τα έργα τους. Έχω δε τη γνώμη, ότι θάνατος σαν αυτόν εδώ των προκείμενων νεκρών παρέχει το αληθινό μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, και άλλοτε μεν είναι ο πρώτος που την προαναγγέλλει άλλοτε δε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν για υπεράσπισή τους την ανδραγαθία, την οποία επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας. Γιατί εξέλειψαν το κακό δια του καλού, και με τις καλές τους υπηρεσίες σαν υπερασπιστές της πατρίδας την ωφέλησαν περισσότερο απ’ όσο την έβλαψαν με τα τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς όμως εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα δηλαδή ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους κάποτε και να γίνει πλούσιος. Αλλά περισσότερο από όλα τα αγαθά πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους, και συνάμα θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ενδοξότερος κίνδυνος από αυτόν εδώ, και για τούτο προθυμοποιήθηκαν να ριφθούν σε αυτόν, για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους αφ’ ενός, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών αφ’ ετέρου, την μεν αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς δε τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο. Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν τρεπόμενοι σε φυγή, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια δε κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.
Και αυτοί μεν εδώ τέτοιου είδους άνθρωποι υπήρξαν, αντάξιοι της πατρίδας τους. Σεις δε οι επιζώντες πρέπει να εύχεσθε, το γενναίο σας φρόνημα απέναντι στους εχθρούς να είναι περισσότερο τυχερό από αυτό των προηγούμενων νεκρών, με κανέναν όμως τρόπο να καταδέχεσθε να είναι λιγότερο τολμηρό, και να μην κρίνετε την αξία του φρονήματος αυτού από τους επαίνους του ρήτορα μόνο, ο οποίος θα μπορούσε να την μεγαλοποιήσει όσο ήθελε ενώπιόν σας ( αν και σεις τα ξέρετε το ίδιο καλά με αυτόν ) αναφέροντας όλα τα καλά που υπάρχουν στην άμυνα εναντίον των εχθρών, αλλά μάλλον να παρατηρείτε καθημερινά τη δύναμη της πόλης, όπως αυτή παρουσιάζεται με έργα, και να κυριεύεσθε λίγο από έρωτα προς αυτήν, και όταν σας φανεί ότι είναι μεγάλη, να συλλογίζεσθε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άνθρωποι τολμηροί που είχαν συναίσθηση του καθήκοντός τους, και κατά την ώρα της μάχης είχαν πάντοτε μπροστά στα μάτια τους τον φόβο του ντροπιάσματος, όσες φορές δε αποτύγχαναν σε κάποια τους προσπάθεια, δεν νόμιζαν ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να στερήσουν και την πόλη από τις υπηρεσίες τους, αλλά συνεισέφεραν υπέρ αυτής την ωραιότερη συνεισφορά. Γιατί ενώ όλοι μαζί από κοινού πρόσφεραν στην υπηρεσία της πατρίδας τα σώματά τους, απελάμβαναν ατομικά κάθε ένας, σαν ανταμοιβή τρόπον τινά, τον έπαινο, ο οποίος δεν γερνάει ποτέ, και τον πιο επίσημο τάφο, που είναι δυνατόν να αποκτήσει άνθρωπος, δεν εννοώ δε τον τάφο, στον οποίο έχουν εναποτεθεί τα λείψανά τους, αλλά μάλλον τον τάφο, στον οποίο απομένει μετά θάνατον η δόξα τους και μνημονεύεται αιωνίως σε κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορά ευκαιρία είτε λόγου είτε έργου. Γιατί των επιφανών ανδρών τάφος είναι η Γη ολόκληρη, και την ύπαρξή τους δεν την φανερώνει μόνο η επιγραφή μιας στήλης σε κάποιο μέρος της πατρίδας τους, αλλά και στα ξένα μέρη είναι εγκατεστημένη μια άγραφη ανάμνηση αυτών σκαλισμένη όχι σε κάποιο έργο τέχνης αλλά μάλλον στις καρδιές ενός εκάστου των ανθρώπων. Αυτούς λοιπόν , εσείς τώρα να τους μιμηθείτε, και με τη σκέψη ότι ευδαιμονία είναι η ελευθερία, ελευθερία δε η τόλμη, μην τρομοκρατείσθε από τους κινδύνους του πολέμου. Γιατί δεν θα ήταν δικαιότερο να αψηφούν την ζωή τους οι δυστυχούντες άνθρωποι, οι οποίοι δεν ελπίζουν να απολαύσουν κανέναν καλό, αλλά οι ευτυχισμένοι, οι οποίοι κατά την διάρκεια ακόμη της ζωής τους διατρέχουν τον κίνδυνο να δουν την κατάστασή τους να μεταβάλλεται στην αντίθετη, δηλαδή την δυστυχία, και για τους οποίους θα ήταν πολύ σημαντική η διαφορά, αν υποτεθεί ότι πάθαιναν κανένα ατύχημα. Γιατί προξενεί μεγαλύτερο πόνο, σε έναν βέβαια που έχει κάποια υψηλοφροσύνη, η εξαθλίωση που συνοδεύεται από εκφυλισμό, παρά ο θάνατος που του έρχεται ξαφνικά, χωρίς καν να γίνει αισθητός, επάνω στην ακμή της σωματικής του δύναμης και επάνω στις ελπίδες που τρέφει και ο κάθε θνητός.
Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο και σας τους γονείς των ηρώων αυτών, όσοι είσθε παρόντες, δεν σας κλαίω την στιγμή αυτή, αλλά μάλλον θα προσπαθήσω να σας παρηγορήσω. Γιατί, όπως όλοι, γνωρίζουν και αυτοί ότι μεγάλωσαν μέσα σε ποικίλες εναλλαγές της τύχης, και ότι ευτυχισμένοι μπορεί να θεωρούνται μόνο εκείνοι, στους οποίους έλαχε η μεγίστη τιμή, είτε ένας έντιμος θάνατος είναι αυτή, όπως αυτών εδώ, είτε μια έντιμη λύπη, όπως η δική σας, και εκείνοι, των οποίων οι ημέρες της ζωής τους κανονίστηκαν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το τέρμα της ευτυχίας τους να συμπέσει με το τέρμα της ζωής τους. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να σας πείσω γι’ αυτά, μια τέτοια στιγμή κατά την οποία η ευτυχία των άλλων θα σας κάνει να θυμηθείτε πολλές φορές την ευτυχία, που κάποτε αισθανθήκατε και σεις. Και λύπη αισθάνεται κανείς όχι για την έλλειψη των αγαθών που δεν δοκίμασε ποτέ στην ζωή του, αλλά για την στέρηση εκείνων, τα οποία πριν του αφαιρεθούν αποτέλεσαν μέρος της ζωής του. Όσοι δε από εσάς είσθε σε ηλικία που επιτρέπει την τεκνοποιία, πρέπει να υποφέρετε τον πόνο σας με περισσότερη υπομονή, γιατί ελπίζετε να αποκτήσετε και άλλα παιδιά. Γιατί όχι μόνο για τον καθένα σας ιδιαίτερα εκείνα που θα γεννηθούν θα σας κάνουν να λησμονήσετε σιγά σιγά αυτά που χάσατε στον πόλεμο, αλλά και για την πόλη το κέρδος θα είναι διπλό, γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφ’ ενός αποφεύγεται η απειλούμενη ερήμωση από την ελάττωση του πληθυσμού, και αφ’ ετέρου ενισχύεται η ασφάλειά της. Γιατί τίποτε το σωστό και δίκαιο δεν είναι σε θέση να σκεφθούν και να συμβουλεύσουν την πόλη όσοι δεν έχουν παιδιά να τα εκθέσουν στον κίνδυνο που εκτίθενται τα παιδιά όλων των άλλων. Όσοι δε πάλι έχετε προσπεράσει το όριο αυτό της ηλικίας, πρέπει να θεωρείτε κέρδος το ότι περάσατε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας ευτυχισμένοι, η δε περίοδος της λυπημένης ζωής σας θα είναι σύντομη, και να ανακουφίζεστε από την δόξα αυτών εδώ των ηρωικώς πεσόντων παιδιών σας. Γιατί το μόνο πράγμα που δεν γερνάει ποτέ είναι η φιλοδοξία, και εκείνο που ευχαριστεί τον άνθρωπο στην γεροντική του ηλικία, όταν είναι άχρηστος πια, δεν είναι το κέρδος, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά η απόλαυση τιμών.
Ως προς σας δε εξ άλλου, τους γιους και αδελφούς τους, όσοι είσθε παρόντες, βλέπω ότι η προσπάθεια, την οποία θα πρέπει να καταβάλλετε, για να τους μιμείσθε, είναι τρομακτικά δύσκολη. Γιατί όλοι συνηθίζουν να επαινούν εκείνον που δεν υπάρχει πλέον, οσοδήποτε δε υπέροχη και αν υποτεθεί ότι είναι η αρετή σας, μόλις και μετά βίας θα θεωρούσατε ότι είσθε, όχι όμοιοι, αλλά κατά τι κατώτεροι. Γιατί και μεταξύ των ζώντων υπάρχει φθόνος αμοιβαίος εκ μέρους των εκάστοτε αντιζήλων, όποιος δε πεθαίνει και δεν είναι εμπόδιο σε κανέναν τιμάται με μια εύνοια απαλλαγμένη από κάθε αντίδραση. Αν δε πρέπει να κάνω λόγο και για την γυναικεία αρετή, σχετικά με αυτές που θα ζουν ως εξής σαν χήρες, θα συμπεριλάβω όλα όσα έχω να πω σε μια σύντομη παραίνεση: θα είναι μεγάλη η δόξα σας, αν δεν δειχθείτε κατώτεροι του φυσικού σας χαρακτήρα, και μάλιστα αν για την κάθε μια σας γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος μεταξύ των ανδρών, είτε προς έπαινον είτε προς κατηγορία (είτε για καλό είτε για κακό).
Εκφώνησα λοιπόν κι εγώ, σύμφωνα με την επιταγή του νόμου, τον επιτάφιο, και είπα ό,τι είχα να πω κατάλληλο για την περίσταση, και με έργα δε αυτοί, τους οποίους θάπτουμε, εν μέρει μεν έχουν τιμηθεί τώρα αμέσως, εν μέρει δε θα τιμώνται στο μέλλον, γιατί η πόλη θα ανατρέφει τα παιδιά τους δημοσία δαπάνη μέχρι που να γίνουν έφηβοι, απονέμουσα έτσι και σε αυτούς εδώ και στους επιζώντες χρήσιμη αμοιβή, αντί στεφάνου τρόπον τινά, για αυτούς τους αγώνες τους υπέρ της πατρίδας. Γιατί όπου τα βραβεία της αρετής είναι τα πιο μεγάλα, εκεί συγκαταλέγονται μεταξύ των πολιτών και οι πιο ενάρετοι άνδρες. Και τώρα να χορτάσει ο καθένας θρηνώντας τον δικό του και έπειτα να αποχωρήσει». Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο τελέστηκε ο ενταφιασμός των πεσόντων κατά αυτόν τον χειμώνα, με το τέλος του οποίου συνέπεσε και το τέλος του πρώτου έτους του παρόντος πολέμου.

Στην χώρα των θεών και των ημίθεων και των ηρώων
και των φιλοσόφων και των ακαταμάχητων στρατηγών της
και  ξεχωριστών πολιτικών ανδρών της.
Στην χώρα της πολιτική οξυδέρκειας, της στρατηγικής ευφυίας,  της επιστημονικής σκέψης,της Ποίησης, του Έρωτα και του Λόγου.
Στην χώρα που έφτιαξε Παρθενώνες,  Δελφούς,
Ολυμπιακούς αγώνες, μηχανισμούς Αντικυθήρων και Ολύμπους κατοικίες Θεών.
Στην χώρα του Ήλιου  Ανίκητου Παντοκράτορα,
την  Ελλάδα του Χθες, του Σήμερα κα του Πάντα!
Με πράξεις τιμούμε τους ήρωες νεκρούς μας,
και τους Αθάνατους προγόνους μας !
Με Πράξεις  και Λόγους σοφίας, γενναιότητας
ανδρείας και αρετής!

Κορυθαίολοι Λόγοι  Επιφανούς Έλληνος πολιτικού που γέννησε
μια Δημοκρατία  Γνώσης,  Δύναμης και Αρετής!

Αστραία

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Ομηρικές Κάλπες




κάλπιν ἐχούσῃ.
20
η Οδυσσείας

'Απαξ παρ΄Ομήρω, η λέξη ΚΑΛΠΗ  μοναδική στα Ομηρικά Έπη. Την συναντούμε μαζί με τον Οδυσσέα όταν την Αθηνά στο νησί των Φαιάκων με την μορφή κορασίδος  απαντά που στα χέρια της μαζί με την σοφία την κρατά.

Με την κάλπη στα χέρια της Αθηνάς
ομοία με κορασίδα παρθενία
δύοντος Ηλίου
να ερωτάται από τον ναυαγό Οδυσσέα:
Που είναι το παλάτι της βουλής 
των Ηγήτορων Φαιάκων
ενός Αλκίνοου στον δρόμο των Ενάρετων ανθρώπων;
Δείξε μου τον Δρόμο!
Τήλοθεν…από πολύ μακριά έρχομαι….

….ἀλλ’ ὅτε δὴ ἄρ’ ἔμελλε πόλιν δύσεσθαι ἐραννήν,
ἔνθα οἱ ἀντεβόλησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
παρθενικῇ εἰκυῖα νεήνιδι κάλπιν ἐχούσῃ.
20
στῆ δὲ πρόσθ’ αὐτοῦ· ὁ δ’ ἀνείρετο δῖος Ὀδυσσεύς·
“ὦ τέκος, οὐκ ἄν μοι δόμον ἀνέρος ἡγήσαιο
Ἀλκινόου, ὃς τοῖσδε μετ’ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει;
καὶ γὰρ ἐγὼ ξεῖνος ταλαπείριος ἐνθάδ’ ἱκάνω
τηλόθεν ἐξ ἀπίης γαίης· τῶ οὔ τινα οἶδα
ἀνθρώπων, οἳ τήνδε πόλιν καὶ ἔργα νέμονται.
στο παλάτι του Αλκίνοου

Ψηφοθεσία στο νησί των Φαιάκων

Ποιος είναι ο Αλκίνοος πρόεδρος του ευδαίμονος λαού της Σχερίας;
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Αλκίνοος (ή και Αλκίνους) είναι γνωστός κυρίως ο βασιλιάς των Φαιάκων, γιος τουΝαυσίθοου και της πανέμορφης Περιβοίας. Από τον πατέρα του, ο Αλκίνοος ήταν εγγονός του θεού της θάλασσαςΠοσειδώνα, ενώ από τη μητέρα του ήταν εγγονός του βασιλιά των Γιγάντων Ευρυμέδοντα. Σύμφωνα με επικρατέστερη εκδοχή του μύθου (όπως αναφέρουν και τα περισσότερα μυθολογικά λεξικά), η Περίβοια ήταν η μητέρα του Ναυσίθοου (από τον Ποσειδώνα) και όχι η γυναίκα του. Αδελφός του Αλκίνοου ήταν ο Ρηξήνορας, που σκοτώθηκε όμως από τονΑπόλλωνα, οπότε μετά τον θάνατο του Ναυσίθοου ο Αλκίνοος ανέβηκε στον θρόνο των Φαιάκων και πήρε ως σύζυγό του τη μονάκριβη κόρη του αδελφού του, την Αρήτη. Μαζί της απέκτησε μία κόρη, τη Ναυσικά, και πέντε γιους.
Ο Αλκίνοος είναι ο τύπος του ευτυχισμένου βασιλιά των ομηρικών χρόνων, που ζει ειρηνικά με τους γειτονικούς λαούς και απολαμβάνει τα αγαθά του ανάμεσα στους φιλήσυχους υπηκόους του, τους οποίους κυβερνά ως πρόεδρος ενός συμβουλίου αποτελούμενου από 12 άλλους άρχοντες, ως ίσος προς εκείνους και όχι ως μέλος μιας ανώτερης τάξεως (Παπαρρηγοπούλου-Καρολίδου: Ιστορία του Ελληνικού `Εθνους, τ. Α΄, σελ. 78).
Το νησί των Φαιάκων ήταν η Σχερία, που ταυτίζεται παραδοσιακά με τη σημερινή Κέρκυρα. Τα πολυτελέστατα ανάκτορα του Αλκινόου εκεί τα περιγράφει λεπτομερώς ο Όμηρος στην Οδύσσεια (ραψωδία η, στίχοι 82-102), όπως τα είδε ο Οδυσσέας όταν κατέφυγε εκεί ως ναυαγός οδηγημένος από τη Ναυσικά. Οι τοίχοι τους έλαμπαν από τη χάλκινη επένδυσή τους, ενώ το εσωτερικό τους γυάλιζε από τον άργυρο και τον χρυσό. Στις δύο πλευρές της εισόδου υπήρχαν δύο μαλαματένιοι (αργυρόχρυσοι) σκύλοι, έργα του ίδιου του θεούΗφαίστου, «τον πύργο να φυλάγουνε του Αλκίνου του μεγάλου / αθάνατοι κι αγέραστοι για πάντα και για πάντα» (μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη). Παρακάτω (η 112-119), ο Όμηρος περιγράφει και τους κήπους του Αλκινόου, στους οποίους κυριαρχούσαν τα οπωροφόρα δέντρα.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Στο νησί του Αλκίνοου και της Αρήτης συναντούμε μαζί με τον Οδυσσέα  ύστερα από ένα βασανιστικό ταξίδι  του νου οδυσσειακό, για πρώτη φορά ανθρώπους ανθρώπινα δικαιώματα δημοκρατία βουλή φιλοξενία λόγο διάλογο ερωτήσεις απαντήσεις εξηγήσεις  βοήθεια  αξιοπρέπεια ανθρωπιά. Ο Αλκίνοος έχει σύζυγο την άρητη Αρετή.
 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ χωρίς ενάρετο λαό και ενάρετους κυβερνήτες ποιούντες ήθος  δεν υφίσταται σε κανένα  χώρο χρόνο  χωροχρόνο νησί πόλη πολιτεία  χώρα και περιοχή γιατί η ωραιότης ομορφιά είναι θέμα σχήματος  ήθους αισθητικής και ηθικής.
  Ομηρικές  Συναρμολογούμενες   Αδαμάντινες  Δημοκρατίες
Θέλει αρετή και γνώση η αληθινή δημοκρατία,  αυτοπειθαρχία με πειθώ  και ανθρώπους με ενδο ορμονικό ενεργειακό πλέγμα αρμονικό, μου είπε κρατώντας στο χέρι του ,όχι την  ράβδο του Ερμή αλλά ένα συναρμολογούμενο από πέτρες κοχύλια φύλλα σπόρους κόμπους  σπάγγο σχοινί ενωμένα μαζί και ταυτόχρονα χωριστά ισότιμα  ανόμοια και διαφορετικά.

Όμορφοι Πολίτες ή άβουλη μάζα άμορφα ποδηγετούμενη;

Ουμανιστικές Πολιτείες 

Αστραία

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ομηρικές Δημοκρατίες


Ομιλία του Νίκου Σταμάτη για τον Κορνήλιο Καστοριάδη στο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε για το έργο του στα πλαίσια των Καβαφείων 2007, στις 3-4 Νοεμβρίου 2007 στο  Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, υπό την αιγίδα της ΠΟΕΕΣΥ και της ΕΣΗΕΑ.

Η ανακάλυψη της ελευθερίας.
Από τον Όμηρο στην Δημοκρατία. Σχόλια στον Κορνήλιο Καστοριάδη.

Σχόλιο 1ο
Τότε υψώθηκε ένα δέντρο. Ω καθαρή ανύψωση!
Ω, ο Ορφέας τραγούδησε! Ω ψηλό δένδρο στ’ αυτί!
Κι όλα σωπάσαν. Κι όμως μέσα στην ίδια τη σιωπή
γίνεται μια καινούργια αρχή, νεύμα κι αλλαγή.
  
Οι στίχοι είναι από το 1ο σονέτο από τα «Σονέτα του Ορφέα» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, κι ο Κορνήλιος Καστοριάδης, τους αναφέρει στα «Σταυροδρόμια του Λαβύρινθου», (σελ. 25), καθώς εκθέτει μερικές από τις βασικές γραμμές τη σκέψη του. Αναλύοντάς θα πει: «Πράγματι,  το φόντο πάνω στο οποίο ορθώνεται η μουσική φιγούρα, το δικό της φόντο, είναι η σιωπή, όπως δεν υπάρχει χωρίς αυτήν, όπως αυτή την δημιουργεί με το να είναι: για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία του κόσμου, το Τίποτε».
Κάθε φορά, λοιπόν, είναι και η πρώτη φορά της ανάδυσης από τη σιωπή και το τίποτα;
Και μήπως αυτό το τίποτα είναι το ίδιο με εκείνο το άλλο που συναντάμε στο ποίημα «τα Άλογα του Αχιλλέως» του Καβάφη, «το μεγάλο Τίποτα, επιστραμμένο από τη ζωή» όπου πηγαίνει ο σκοτωμένος Πάτροκλος;
Αυτό το τίποτα, το μηδέν μπορεί να είναι και το χάος του Ησιόδου ή το Άπειρο του Αναξίμανδρου;
Ακολουθώντας τα μονοπάτια της σκέψης του Κορνήλιου Καστοριάδη, έχουμε υπ’ όψιν μας, ότι είναι μια σκέψη, που «δεν κλείνει». Και ψάχνουμε να βρούμε μέσα εκεί  τι είναι η μεγάλη σκέψη και  πώς λειτουργεί, όπως κάνουμε για τα μεγάλα έργα στοχασμού του παρελθόντος, όπου δεν αναζητούμε την αποκάλυψη μιας οριστικής αλήθειας, ούτε μια ειδική πληροφορία, αλλά τους ορίζοντες που μας ανοίγουν. Γιατί βέβαια μιλώντας για τον Καστοριάδη, μιλάμε για μια μεγάλη σκέψη.
Ξαναγυρίζοντας στο σονέτο του Ρίλκε παρατηρούμε ότι η μουσική του Ορφέα αναδύεται από τη σιωπή. Η μουσική φιγούρα, λέει ο Καστοριάδης, έχει ως φόντο μόνο το Τίποτα, τη σιωπή, την οποία μάλιστα προσαρτά αβίαστα καθιστώντας την μέρος τού είναι της. Η δημιουργία γίνεται ως σχισμός, (σχίσιμο), όπου φιγούρα, (δηλαδή μορφή) και φόντο (δηλαδή περιβάλλον, ορίζοντας), συμβαίνει να είναι συγχρόνως, το καθένα δια του άλλου και στη δική του σχέση με το άλλο. Η ιστορική φιγούρα και ο ορίζοντάς της δημιουργούνται μαζί. 
 
Θα πρέπει να σημειώσουμε, απ’ αφορμή τις αναφορές στον Ρίλκε, ότι ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει βαθειά γνώση και αίσθηση της τέχνης και ιδιαίτερα της ποίησης. Οι κριτικές του παρατηρήσεις, γλωσσικές, σημασιολογικές, τεχνικές είναι αξιοθαύμαστες, τόσο πάνω στην αρχαία ελληνική, όσο και στην ευρωπαϊκή ποίηση.
Το «Δέδυκε α σελάνα» της Σαπφώς, ο περίφημος μονόλογος του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου με το «ποντίων τε κυμάτων / ανήριθμον γέλασμα», όπου Αθέρας, αέρας,  Γή το νερό των πηγών και το γέλιο των κυμάτων το ανήριθμο γέλασμα, (έχουμε ταυτόχρονα προσωποποιία και υπαλλαγή), καλούνται μάρτυρες των βασανιστηρίων του, τα χορικά της Αντιγόνης  του Σοφοκλή, γίνονται θέματα μιας διεξοδικής ανάλυσης, που ως προς τα εκφραστικά τους μέσα, θα συγκριθούν με τον Σαίξπηρ και τον Ρίλκε για να τονισθούν οι συμπτώσεις στο βάθος και οι διαφοροποιήσεις στην εκφορά, περνώντας από την αδιαιρετότητα της πολυσημίας της ίδιας της λέξης, στο ποιητικό νόημα μέσω της εκτυλιγμένης μεταφοράς, στον Σαίξπηρ ή της πολυσημασιακής μεταφοράς ή εικόνας στον Ρίλκε. Όπως, Π.χ , Ρόδο, ω καθαρή αντίφαση, χαρά / Να μην είσαι ο ύπνος του κανενός κάτω από τόσα βλέφαρα., όπου ο  ούτις, ο κανένας, κοιμάται κάτω από πολλά στρώματα από τα χώματα ή κάτω από τα βλέφαρα όσων πέρασε στη ζωή του; Κι όλα αυτά τι σκεπάζουν; Κανέναν;
Για να περάσει μετά στο βυθίσου στο «Βάθος του άγνωστου, για να βρεις το καινούργιο» του Μπωντλαίρ ή «το αύριο, που είναι ο τάφος», του Ουγκώ, ψάχνοντας πάντα το μυστήριο το μη ορατού.
  
Θα επιμείνουμε μόνο σε δυο στίχους από το Πρώτο Στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή, εκείνο που αρχίζει με το «πολλά τα δεινά, κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει,» όπου  φαίνεται να επιβραβεύουν την θεωρία του. (στίχοι 353-3550: Αυτός ο δεινός άνθρωπος, λοιπόν, « Και φθέγμα και ανεμόεν / φρόνημα και αστυνόμους / οργάς εδιδάξατο, …». Δηλαδή, αυτός ο φοβερός άνθρωπος, τη γλώσσα,( φθέγμα,) και τη σκέψη τη γρήγορη, σαν τον άνεμο, (το ανεμόεν φρόνημα,)  και την ενόρμηση για τη θέσπιση των πόλεων  (τας αστυνόμους οργάς), ίδιος εδίδαξε στον εαυτό του (εδιδάξατο). Ο ίδιος δημιούργησε αυτό που είναι κι όχι κάποια άλλη εξωτερική δύναμη. Η αυτοπαθής διάθεση του απλού ρήματος διδάσκω, καταλήγει ο Καστοριάδης, περιέχει μια φιλοσοφική σκέψη απαράμιλλης τόλμης, που θα παρέμεινε, όμως, χωρίς συνέχεια επί είκοσι πέντε αιώνες:
Παραμένοντας στο θέμα της  καλλιτεχνικής δημιουργίας, θα παρακολουθήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κορνήλιος Καστοριάδης προσεγγίζει την Τρίτη Κριτική του Κάντ, που αντικείμενό της είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε,  οι κρίσεις γούστου και τα τέσσερα γνωρίσματά τους ως κριτήρια και ορισμοί του ωραίου, αρέσκεια χωρίς συμφέρον, γενική αρέσκεια χωρίς έννοια, σκοπιμότητα χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και αναγκαιότητα υποκειμενική. Θα διαφωνήσει. Θα μας πει ότι τελικά οι αισθητικές κρίσεις του Κάντ δεν μας εξηγούν γιατί σε κάποιον αρέσει ο Δον Τζοβάνι κι όχι ο Μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς και σε κάποιον άλλο τα αντίθετα. Ωστόσο βρίσκει εκεί κάτι το αξιόλογο. Ο Κάντ αποδίδει στη φαντασία, διαφορετική σημασία από εκείνη την από μνήμης του Ντέιβιντ Χιούμ, π.χ. ο Πήγασος, φαντασία την οποία διαθέτει η καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα στην παραγωγή πρωτότυπου έργου, την δυνατότητα της δημιουργίας είδους, μορφής θα σημειώσει ο Κ. Καστοριάδης.( Φ.Θ.τ. Κ, σελ. 288-289). Κάπως διαφοροποιημένη θα βρει την ιδέα στον Αριστοτέλη, στο περί ψυχής, (Περί Ψυχής, ΙΙΙ, 9-12, και ιδιαίτερα 434a 5-15), στις αναφορές του περί πρακτικής ή βουλευτικής φαντασίας. Αντλεί, ή φαίνεται ότι αντλεί,  από αυτές τις δύο πηγές για να χτίσει κάτι άλλο. Την αυτοφυή δημιουργική ριζική φαντασία, που είναι μια εκτυφλωτική λάμψη, μια άπειρη δυνατότητα τιθασευμένη στο πέρας της μορφής, του είδους. Στην Φαντασιακή Θέσμιση θα μας πει, ότι « Ο δημιουργικός ρόλος της ριζικής φαντασίας των υποκειμένων, ολοκληρώνει, βρίσκεται στη συμβολή τους στη θέση μορφών-τύπων-ειδών, άλλων από αυτά που είναι και που ισχύουν και αξίζουν για την κοινωνία, συμβολή ουσιώδης», (Αυτόθι, σελ.376)
 
Το νέο είδος, η νέα μορφή, [θα πει στον Χρόνο και δημιουργία, ( Ο Θρυμματισμένος Κόσμος σελ. 238),] δημιουργείται ex nihilo.(εκ του μηδενός). Ως είδος δεν είναι παραγώγιμο ή απαγώγιμο εξ αυτού που «ήδη υπήρχε». Έτσι μπορούμε να δούμε τη δημιουργία της ελληνικής πόλις. Δεν έχει κάποια αιτιακή σχέση με τα στοιχεία του περιβάλλοντός της, που προυπήρχαν. Δεν προκαλείται, ούτε καθορίζεται από αυτά.
Εδώ μια υποσημείωση. Ο Κ.Κ. διατυπώνει την ολόσωστη άποψη, ότι «Η αποδοχή δεν είναι λιγότερο παράδοξη – ούτε λιγότερο δημιουργική – από την δημιουργία», θεωρώντας την αποδοχή του έργου τέχνης δημιουργία.. Γιατί συμβάλλει στην ύπαρξή του έργου με την αναγνώρισή του. Όχι μόνο αξιολογικά, αλλά και πραγματολογικά. Όταν αποσύρθηκαν από το ιστορικό προσκήνιο οι οργανωμένες κοινωνίες, όπως τις λέει ο Σεφέρης, της Αθήνας του 5ου αιώνα, της Ελισαβετιανής εποχής, ή του γαλλικού κλασικισμού, σταμάτησε και η δημιουργία των μεγάλων καλλιτεχνικών έργων, που τις χαρακτήρισαν. «Ομμάτων εν αχηνίαις έρρει πάσα Αφροδίτα» λέει ο Σοφοκλής,( όταν τα μάτια σου είναι φτωχά ολόκληρη η Αφροδίτη αίρεται, χάνεται, εξαφανίζεται). Γιατί προφανώς δεν μπορείς να την δεις.

Σχόλιο 2ο
   Στην Θεογονία του Ησιόδου  ο Καστοριάδης θα βρει, την θεμελιώδη, όπως αναφέρει,  ελληνική ιδέα του χάους, από την οποία θα ξεκινήσει για να χτίσει την θεωρία του για τη δημιουργία.   

Η τοι μεν πρώτιστα χάος γένετ’, αυτάρ έπειτα
Γαί’ ευρύστερνος, πάντων έδος ασφαλές αεί
……………………………………………….
Ηδ’ Έρος ός κάλλιστος εν αθανάτοισι θεοίσι,
Λυσιμελής, πάντων δε θεών πάντων τ’ ανθρώπων
δάμναται στήθεσσι νόον και επίφρονα βουλήν. (στ.116-122) 

Πρώτα το χάος έγινε∙ έπειτα η πλατύστερνη
Γή το αιώνιο στέρεο βάθρο όλων
………………………………………………..
και ο Έρωτας που ο ωραιότερος είναι ανάμεσα στους αθάνατους,
αυτός που λύνει τα μέλη από πόθο, κι όλων, θεών κι ανθρώπων,
λυγάει στα στήθη τους τη βούλησή και σβήνει την περίσκεψη από το νου τους
 
Χάος, λοιπόν, από το χαίνω, χάσμα, ρήγμα γης, το κενό, και με αυτήν την έννοια χρησιμοποιεί τη λέξη ο Κ.Κ., δηλαδή του προσδίδει την φιλοσοφική έννοια του κενού και του μηδενός. Κατά το λεξικό των Λίντελ-Σκότ, είναι η πρώτη του κόσμου κατάστασις. Πάντως δεν είναι το Χάος του Αναξαγόρα, που ήρθε ο Νους να το διακοσμίσει και να το βάλει σε τάξει, δηλαδή να το καταστήσει «κόσμο». Φυσικά αμέσως μετά έρχεται ο Έρωτας, ως στοιχείο της πρωταρχικής αιτίας της γέννησης Πιθανόν να ταυτίζεται με το άπειρο του Αναξίμανδρου, που αντιπαρατίθεται στο πεπερασμένο, σε εκείνο δηλαδή που έχει πέρας,  και που είναι ένας άλλος τρόπος να διεισδύσουμε στο πρώτο στοιχείο του κόσμου. Ούτε φυσικά μπορούμε να το ταυτίσουμε με το χάος των σύγχρονων θεωριών του χάους στα μαθηματικά και στη φυσική, που  αναλύει ο Πρεγκοζίν, που σχετίζεται με το δεύτερο αξίωμα της θερμοδυναμικής και την αυξανόμενη εντροπία του Σύμπαντος. Ή μήπως και μπορούμε; Ο Καστοριάδης θα καλύψει τα αμφιλεγόμενα σημεία: «Χάος στα ελληνικά σημαίνει κενό, μηδέν. Από το πιο πλήρες κενό αναδύεται ο κόσμος», εφευρίσκοντας έτσι ένα ωραίο και ταιριαστό θεωρητικό μέσο-σύμβολο, για να εκφράσει αυτό που εννοεί. Μήπως αυτό δεν έχει πράξει πρώτος ο Πλάτων; Μ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται και αποκλείεται κάθε περίπτωση ετερόνομης δημιουργίας του Σύμπαντος από κάποια υπερσυμπαντική δύναμη.
Την ίδια περίπου αφετηρία θα βρούμε και σε παράδοση ανάμεικτης με ξένα στοιχεία από τον ορφισμό, που, τον απόηχό της συναντάμε στην Παράβαση από τους Όρνιθες του Αριστοφάνη. Τα πουλιά πείθονται από τον Πεισέταιρο για την ανώτερη καταγωγή τους, και τραγουδούν:
«Χάος ήν και Νύξ Έρεβός τε μέλαν πρώτον και τάρταρος ευρύς,
Γη δ’ ουδ’ Αήρ ουδ’ Ουρανός ήν. Ερέβους δ’ εν απείροσι κόλποις
Τίκτει πρώτιστον υπενήμιον Νύξ η μελανόπτερος ωιόν,
εξ ού περιτελλομέναις ώραις έβλαστεν  Έρως ο ποθεινός
στίλβων νώτον πτερ΄ύγων χρυσαίν, εικώς ανεμώκεσι δίναις.
Ούτο δε κατά χάει πτερόεντι μιγείς νυχίωι κατά Τάρταρον ευρύν
ενεότευσεν γένος ημέτερον και πρώτον ανήγαγεν εις φως.
Πρότερον δ’ ουκ ην γένος αθανάτων, πρίν Έρως ξυνέμειξεν άπαντα
Ξεμμειγνυμένων δ’ ετέρων ετέροις γένετ’ Ουρανός Ωκεανός τε
και Γή πάντων τε θεών μακάρων γένος άφθιτον.» στ. 693-702

«Πρώτα ήταν το Χάος, και η Νύχτα και το μαύρο Έρεβος και ο πλατύς Τάρταρος,
δεν ήταν ούτε η Γή, ούτε ο Αέρας, ούτε ο Ουρανός∙ μέσα στους άπειρους κόλπους του Ερέβους
η Νύχτα με τα μαύρα φτερά, χωρίς αρσενικό σπέρμα γέννησε ένα αυγό∙
απ’ αυτό, όταν ήρθε η ώρα, βγήκε ο Έρωτας ο ποθητός
με τα χρυσά αστραφτερά φτερά, γοργός σαν τον άνεμο.
Αυτός σμίγοντας με το φτερωτό χάος στον πλατύ Τάρταρο
Κλώσησε το γένος μας και το έφερε πρώτο στο φώς.
Στην αρχή δεν υπήρχε ούτε τα γένος των αθάνατων, πριν ο Έρωτας να ενώσει τα πάντα
και καθώς έσμιξε το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο ουρανός, ο Ωκεανός
και η Γη κι όλων των μακάριων θεών το αθάνατο γένος.»

Συνθέτοντας τα δύο αυτά χωρία, βλέπουμε ότι δίπλα στο Χάος, ως τη μήτρα κάθε γέννησης και δημιουργίας, προβάλλει η μορφή του Έρωτα ως κινητική δύναμη, όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης, αλλά και της νύχτας και της απέραντης σιωπής, που την περιβάλλει, για να θυμηθούμε τον Ρίλκε.
Σχόλιο 3ο 
( Οι σκοτεινοί αιώνες, οικονομικό- κοινωνικό περιβάλλον)

Τώρα ας ενώσουμε όλα αυτά με την ιστορία ως ανθρώπινη δημιουργία.
Οι σκοτεινοί αιώνες θα μπορούσαμε να πούμε, ήταν το ιστορικό χάος, το σκοτάδι και η σιωπή, που σκέπαζαν το Αιγαίο, πριν να εμφανιστεί από μέσα εκεί ο δημόσιος χώρος της Πόλις. Αρχίζουν από τον 12ο αιώνα. Από τα 1180 π.Χ. μέχρι το 750, δεν έχουμε καμιά γραπτή μαρτυρία και ελάχιστα μνημεία. Η γραφή εξαφανίζεται. Μιλάμε για την γραμμική γραφή Β, που αποκρυπτογράφησε ο Βέντρις κι απέδειξε ότι ήταν ελληνική. Ανυπολόγιστης ιστορικής σημασίας ανακάλυψη, που μετέθεσε την ελληνική ιστορία έξη αιώνες πίσω τουλάχιστον.. Την ίδια περίοδο οι Δωριείς, κατεβαίνουν κατά κύματα στην κυρίως Ελλάδα. Η νέα τεχνολογία του σιδήρου υπέταξε εκείνη του ορείχαλκου. Η ανακτορική Μυκηναϊκή Ελλάδα παρακμάζει και σωριάζεται σε ερείπια, μαζί κι η ανακτορική οικονομία. Μπορούμε να φανταστούμε το χάος, που επικράτησε.  
Οι πληθυσμοί των αχαιών, υποχωρώντας έφευγαν προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Έχουμε τον πρώτο Ελληνικό αποικισμό. Άλλοι κατόρθωσαν να παραμείνουν όπως στην Αθήνα, στην Αχαΐα κι αλλού. Τα πάντα ξαναρχίζουν κι από τις δυό πλευρές του Αιγαίου. Στα νέα εδάφη έχτισαν πόλεις με νόμους. Θα  θυμούνται τις χαμένες πατρίδες από τις διηγήσεις των ραψωδών και των αοιδών, απ’ όπου το πιο περίλαμπρο γέννημα είναι  ο Όμηρος.
Μετά τον πρώτο εποικισμό οι συνθήκες αλλάζουν. Η παραγωγή, όπως αναφέρει ο Φίνλευ, στηρίχθηκε στην ανεξάρτητη μικρογαιοκτησία και στο ναυτεμπόριο.   Οι δεσμοί του γένους χαλαρώνουν. Ανάμεικτοι πληθυσμοί ανταλλάσουν  διαφορετικές γνώμες  και εμπειρίες. Τα στοιχεία υπάρχουν για την λάμψη που σε λίγο θα αναδυθεί, την λάμψη της πόλις.
Σχόλιο 4ο
Η   ελευθερία στον Όμηρο. Η ομηρική πόλις
«Οι φαντασιακές σημασίες της ελληνικής σύλληψης του κόσμου, στον πυρήνα τους, στα ουσιαστικά τους στοιχεία βρίσκονται στον Όμηρο» θα μας πει ο Καστοριάδης (στην Ελλ.Ιδ. σελ. 166). Κι έχει απολύτως δίκιο. Όλη η ανάλυσή του στον Όμηρο είναι βαθυστόχαστη, καίρια και άκρως διεισδυτική. Πράγματι έτσι είναι. Ακόμα κι όταν ο Πλάτων στο τέλος του Συμποσίου βάζει τον Σωκράτη να συνομιλεί με τον Αριστοφάνη και τον Αγάθωνα, ότι του ίδιου ποιητή είναι έργο η τραγωδία και η κωμωδία, που μας φαίνεται εξαιρετικά πρωτότυπο, ο Όμηρος είναι αυτός ο ποιητής. Ακόμα κι όταν τον έδιωξε από την Πολιτεία του, εν τούτοις αυτός ήταν μεγάλος παιδαγωγός του.
Ακόμα κι όταν ο Αισχύλος λέει, ότι οι τραγωδίες του είναι ψίχουλα από τα μεγάλα Ομηρικά δείπνα, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράδοξο. 
Αλλά υπάρχει στα Ομηρικά έπη κάτι σπουδαιότερο, κάτι τα πρωτογενές, που εμπεριέχει και κλείνει και γεννάει όλα τάλλα: η ανακάλυψη της ελευθερίας, ως ανθρώπινης κατάστασης, που θεμελιώνει το ριζικό φαντασιακό του ελληνικού κόσμου.
Κρατώντας αυτό στο νου μας, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι οι συνθήκες που περιγράφονται στα έπη δεν είναι εκείνες στων ηρώων, στους οποίους αναφέρονται, δηλαδή των Αχαιών των Μυκηνών, αλλά οι συνθήκες που διαμορφώνονται στη διάρκεια και προς το τέλος των σκοτεινών χρόνων. Άρα μας φέρουν πιο κοντά στη γέννηση της πόλης κατά τον 8ο αιώνα.
                                      
 Στην Ομηρική πόλι, η πολιτική ελευθερία είναι μία ανακάλυψη που συνεπάγεται τη γέννηση του ελληνικού πολιτισμού. Ήδη εδώ η εξουσία του πρώτου βασιλέα, του Αγαμέμνονα, είναι χαλαρή. Είναι υποχρεωμένος να αναφέρεται σε Συμβούλια των αρχηγών των διαφόρων λαών και να απολογείται στις Συνελεύσεις. Το κύρος του βαίνει μειούμενο, καθώς διαπράττει συνεχώς λάθη, ενώ παρουσιάζεται σε μερικές περιπτώσεις και δειλός. Το πνεύμα της ανεξαρτησίας, της ελευθερίας των αποφάσεων και της ατομικότητας των ηρώων είναι ολοφάνερο. Ο ατομισμός, ωστόσο, με τη συλλογικότητα προχωρούν μαζί, όπως φαίνεται στην περίφημη κάθοδο της Αθηνάς στο Α΄ της Ιλιάδας, που εμποδίζει τον Αχιλλέα να τραβήξει το ξίφος του και που στην ουσία είναι η δεύτερη σκέψη του ήρωα, να μη διασπάσει το στρατόπεδο των Αχαιών. Κι αυτό είναι που δίνει συνοχή στην ομηρική πόλη. Ο Αγαμέμνονας περιβάλλεται από Συμβούλιο των φυλοβασιλέων, των βουληφόρων, όπως ο Αλκίνοος στους Φαίακες περιβάλλεται από Συμβούλιο Γερόντων. Ό,τι είναι δήμιον (του λαού), έρχεται στη συνέλευση του λαού, Ιλιάς Α,54, Τ. 40. δηλαδή των στρατιωτών εδώ.  Αυτός που πρόκειται να μιλήσει, παίρνει από τον κήρυκα ένα σκήπτρο, έτσι γίνεται πρόσωπο ιερό.( Ιλ. 234-245, Β 100, Οδ. Β,37.). Ο Διομήδης παίρνει το λόγο δικαίω της αγοράς. (ή θέμις εστίν αγορή»). Η ρητορική δεινότητα και σοφία απολαμβάνουν την ίδια εκτίμηση με την ανδρεία, προάγγελος των ρητόρων της Δημοκρατίας. Το να μιλάει κανείς με πειθώ  στη συνέλευση, όπως ο Νέστορας, είναι μεγάλο προτέρημα. Η συνέλευση των στρατιωτών μπορεί να μην έχει αρμοδιότητες αλλά βρίσκει τρόπο να εκφρασθεί με επιδοκιμασία ή ψιθύρους ή ακόμα και με την σιωπή. Αόριστη στην αρχή εκφράζεται πιο καθαρά στην Οδύσσεια. Μια αόρατη δύναμη αιωρείται πάνω από το στρατόπεδο. Είναι η κοινή γνώμη, που οι αρχηγοί πρέπει να υπολογίζουν.
Η ελευθερία σφυρηλατείται και σε σχέση με την σχετική ανεξαρτησία από τη θεότητα. Η γελοιοποίηση και η παρουσίαση των θεών με πλήθος ηθικών αδυναμιών αδυνατίζει την πίστη και το δέος προς το θείο, όπως σωστά το είδαν έτσι αργότερα ορισμένοι φιλόσοφοι που επιτέθηκαν στον Όμηρο, ενώ ο ελευθεριάζον τρόπος της ζωής τους προσέδωσε μεγαλύτερη αξία και βάρος στην ζωή του ανθρώπου. Από την άλλη πλευρά όμως, η χαρά της ζωής, της υγείας, της ρώμης, του έρωτα, της ομορφιάς, η κατάφαση στη ζωή στην αθανασία, τον ελευθερώνει από τον πόνο και  το πένθος του θανάτου.
 
Η σκηνή όταν ο Ήφαιστος πιάνει επ’ αυτοφώρω το παράνομο ζευγάρι της Αφροδίτης και του Άρη στο κρεβάτι μ’ αυτά τα χαλύβδινα ελάσματα, που κατασκεύασε, και φωνάζοντας όλους του θεούς για να δικαιωθεί, κι αυτοί αντί για κάποια τιμωρία, γέλασαν πλατειά, μας κάνει κι εμάς να γελάμε, είναι αδιανόητο για την οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Ο ομηρικός, όμως, άνθρωπος ανακουφίζεται από την καταπίεση της θεότητας.
Κι όταν η σεβάσμια Ήρα προκαλεί ερωτικά τον Δία, προκειμένου να αποστρέψει την προσοχή του από την μάχη, που υποστήριζε τους Τρώες, και να νικήσουν οι Αχαιοί, για να επακολουθήσει η τιμωρία της από τον  πρώτο των θεών, που την κρεμάει ανάποδα στα σύννεφα κι αυτή ουρλιάζει, τότε είμαστε ένα βήμα πριν την αθηναϊκή κωμωδία, που θα κακοποιήσει άγρια τους θεούς.
Μερικούς αιώνες αργότερα ο Πίνδαρος θα συμπυκνώσει την αντίληψη για τη σχέση θεών-ανθρώπων στο προοίμιο του 6ου Νεμεόνικου:
Έν θεών, έν ανδρών το γένος∙ εκ μιας δε πνέομεν /
ματρός αμφότεροι∙ διείργει δε πάσα κεκριμένα /
δύναμις.
.μοιάζουμε ωστόσο με τους αθάνατους/ στο μέγα νου και στη φύση..(…αλλά τι προσ- / φέρομεν έμπαν ή μέγαν / νόον ήτοι φύσιν αθανάτοις..)  

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί οι θεοί με τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες, παρά τη δύναμή τους, είναι πλάσματα περισσότερο της καλλιτεχνικής φαντασίας, παρά συνέπεια φόβου θεού και πίστεως. Και μ’ αυτό το Πάνθεο διαπαιδαγωγήθηκαν οι επόμενες γενιές των Ελλήνων.
Η Ελευθερία και  αυτονόμησή της τέχνης από τη Θρησκεία είναι ένα παρεπόμενο στοιχείο. Η τέχνη στην ανατολή ήταν υποταγμένη στη θρησκεία.. Εδώ ο ποιητής, φτιάχνει τη θρησκεία ως δημιουργός και το έργο τέχνης παρουσιάζεται ως ατομικό επίτευγμα μια μεγαλοφυΐας. Ο καλλιτέχνης γίνεται ήρωας.
Η ομηρική ποίηση, αυτή η αφελής ποίηση (Σίλλερ), που διαπνέεται από το γεωμετρικό πνεύμα κατά τον Πασχάλ,  διεισδύει στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου σε σκηνές απαράμιλλης ομορφιάς, όπως ο περίφημος κλαυσίγελος, στον αποχωρισμό του Έκτορα και της Ανδρομάχης με τον μικρό φοβισμένο Αστυάνακτα, που η μητέρα του τον πήρε στην ευωδιασμένη αγκαλιά της, «χαμογελώντας μέσα στα δάκρυά της (δακρυόεν γελάσασα). Ή τον απαράμιλλο τρόπο με τον οποίο δείχνει την ομορφιά της Ελένης στο Γ΄ της Ιλ., με τους  Τρώες προεστούς που μουρμουρίζουν σαν τα τζιτζίκια, λέγοντας ότι αξίζει για μια τέτοια γυναίκα ο πόλεμος, τόσο εκτυφλωτική ήταν η ομορφιά της. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά, αλλά μόνο ένα τελευταίο. Αν η  Οδύσσεια είναι το πρότυπο μυθιστόρημα, τότε η Ιλιάδα είναι ο κινηματογράφος. Η παραστατικότητά της είναι όντως εκπληκτική.
Ελευθερία από την μαγική σκέψη.